Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
debauched
01
έκλυτος, διαφθαρμένος
occupying oneself with sensual pleasure to an extent that is not morally appropriate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most debauched
συγκριτικός βαθμός
more debauched
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The characters in the play engaged in debauched activities, reflecting their moral decay.
Οι χαρακτήρες του έργου ασχολήθηκαν με ακόλαστες δραστηριότητες, αντικατοπτρίζοντας την ηθική τους παρακμή.
Λεξικό Δέντρο
debauched
debauch



























