deadline
dead
ˈdɛd
ded
line
laɪn
lain
headlinemedlineredline

Ορισμός και σημασία του "deadline"στα αγγλικά

01

προθεσμία, τελευταία ημερομηνία

the latest time or date by which something must be completed or submitted 
deadline definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
deadlines
Παραδείγματα
The project deadline is next Friday, so we need to work quickly. 

Η προθεσμία του έργου είναι την επόμενη Παρασκευή, οπότε πρέπει να δουλέψουμε γρήγορα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

deadline

dead

+

line

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store