Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dazzling
Παραδείγματα
The dazzling sun reflected off the surface of the water, creating a mesmerizing glare.
Ο εκθαμβωτικός ήλιος αντανακλώνταν στην επιφάνεια του νερού, δημιουργώντας μια μαγευτική λάμψη.
02
εκθαμβωτικός, εντυπωσιακός
extremely impressive or stunning
επιδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dazzling
συγκριτικός βαθμός
more dazzling
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
performance, perception, evaluation
Παραδείγματα
Her dazzling performance on the stage left the audience in awe, applauding the singer's vocal prowess.
Η εκθαμβωτική της ερμηνεία στη σκηνή άφησε το κοινό σε δέος, χειροκροτώντας τη φωνητική ικανότητα της τραγουδίστριας.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dazzlingly
dazzling
dazzle



























