Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Daredevil
01
παράτολμος, τολμηρός
someone who is reckless and likes putting themselves in danger
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
daredevils
Παραδείγματα
The daredevil's performance was thrilling but left the audience on edge.
Η παράσταση του παράτολμου ήταν συναρπαστική αλλά άφησε το κοινό σε ένταση.
daredevil
01
παράτολμος, τεταμένος
reckless and willing to do dangerous things
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most daredevil
συγκριτικός βαθμός
more daredevil
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His reputation as a daredevil skateboarder earned him admiration among his peers but concern from his parents.
Η φήμη του ως παράτολμου skateboarder του χάρισε τον θαυμασμό των συνομηλίκων του αλλά και την ανησυχία των γονιών του.



























