daredevil
dare
ˈdɛr
ντερ
de
ˌdɛ
ντε
vil
vəl
βαλ
/dˈe‍ədɛvə‍l/

Ορισμός και σημασία του "daredevil"στα αγγλικά

01

παράτολμος, τολμηρός

someone who is reckless and likes putting themselves in danger
daredevil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
daredevils
Παραδείγματα
The daredevil's performance was thrilling but left the audience on edge.
Η παράσταση του παράτολμου ήταν συναρπαστική αλλά άφησε το κοινό σε ένταση.
01

παράτολμος, τεταμένος

reckless and willing to do dangerous things
daredevil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most daredevil
συγκριτικός βαθμός
more daredevil
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His reputation as a daredevil skateboarder earned him admiration among his peers but concern from his parents.
Η φήμη του ως παράτολμου skateboarder του χάρισε τον θαυμασμό των συνομηλίκων του αλλά και την ανησυχία των γονιών του.

Λεξικό Δέντρο

daredevilry
daredevil

dare

+

devil

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store