Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
curvaceous
01
συμμετρικός, με εντυπωσιακές καμπύλες
(of a woman) having large breasts, wide hips and a narrow waist
Παραδείγματα
The curvaceous dancer moved with grace and fluidity, captivating the audience.
Η χορεύτρια με τα σγουρά σχήματα κινήθηκε με χάρη και ρευστότητα, γοητεύοντας το κοινό.
Λεξικό Δέντρο
curvaceously
curvaceousness
curvaceous
curve



























