curvy
Pronunciation
/ˈkɝːvi/

Ορισμός και σημασία του "curvy"στα αγγλικά

01

συμμετρικός, με καμπύλες

(of a woman's body) attractive because of having curves
curvy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
curviest
συγκριτικός βαθμός
curvier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The model 's curvy frame made her a popular choice for lingerie and swimsuit campaigns.
Το καμπυλωτό πλαίσιο του μοντέλου την έκανε δημοφιλή επιλογή για καμπάνιες εσώρουχων και μαγιό.
02

κουλουριασμένος, καμπύλος

having a series of bends, arcs, or rounded shapes
Παραδείγματα
The path follows a curvy route along the river.
Το μονοπάτι ακολουθεί μια κυρτή διαδρομή κατά μήκος του ποταμού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store