Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
curvy
01
συμμετρικός, με καμπύλες
(of a woman's body) attractive because of having curves
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
curviest
συγκριτικός βαθμός
curvier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The model 's curvy frame made her a popular choice for lingerie and swimsuit campaigns.
Το καμπυλωτό πλαίσιο του μοντέλου την έκανε δημοφιλή επιλογή για καμπάνιες εσώρουχων και μαγιό.
02
κουλουριασμένος, καμπύλος
having a series of bends, arcs, or rounded shapes
Παραδείγματα
The path follows a curvy route along the river.
Το μονοπάτι ακολουθεί μια κυρτή διαδρομή κατά μήκος του ποταμού.
Λεξικό Δέντρο
curvy
curve



























