Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Curtido
01
curtido, μια παραδοσιακή σαλβαδοριανή σαλάτα φτιαγμένη με λάχανο
a traditional Salvadoran salad made with cabbage, carrots, onions, and sometimes jalapenos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
curtidos
Λεξικό Δέντρο
curtido
curt
ido



























