curtido
curt
ˈkɜ:t
κερτ
i
αι
do
dəʊ
ντεου
torpedotuxedotoledolibido

Ορισμός και σημασία του "curtido"στα αγγλικά

01

curtido, μια παραδοσιακή σαλβαδοριανή σαλάτα φτιαγμένη με λάχανο

a traditional Salvadoran salad made with cabbage, carrots, onions, and sometimes jalapenos 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
curtidos

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

curtido

curt

+

ido

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store