Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Curtain
01
κουρτίνα, παραπέτασμα
a hanging piece of cloth or other materials that covers a window, opening, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
curtains
Παραδείγματα
She drew the curtains to block out the sunlight streaming into the room.
Τράβηξε τις κουρτίνες για να μπλοκάρει το φως του ήλιου που έμπαινε στο δωμάτιο.
1.1
κουρτίνα, παραπέτασμα
a thick heavy piece of cloth that is hung in front of a stage in a theater and is raised or pulled aside when a performance begins
Παραδείγματα
The audience eagerly awaited as the curtain slowly rose, revealing the actors on stage.
Το κοινό περίμενε ανυπόμονα καθώς η κουρτίνα σηκωνόταν αργά, αποκαλύπτοντας τους ηθοποιούς στη σκηνή.
02
κουρτίνα, πέπλο
any object or concept that serves as a barrier to communication or vision
Παραδείγματα
The thick fog acted like a curtain, obscuring the road ahead.
Ο πυκνός ομίχλος ενεργούσε σαν κουρτίνα, θολώνοντας το δρόμο μπροστά.
to curtain
01
καλύπτω με κουρτίνες, τοποθετώ κουρτίνες
to furnish or cover with drapery or curtains
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
curtain
γ΄ ενικό πρόσωπο
curtains
ενεστώτα μετοχή
curtaining
απλός αόριστος
curtained
παθητική μετοχή
curtained
Παραδείγματα
They decided to curtain the large windows in the living room to enhance privacy.
Αποφάσισαν να κουρτινώσουν τα μεγάλα παράθυρα του καθιστικού για να ενισχύσουν την ιδιωτικότητα.
Λεξικό Δέντρο
curtainless
curtain



























