Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
curious
01
περίεργος, ενδιαφερόμενος
(of a person) interested in learning and knowing about things
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most curious
συγκριτικός βαθμός
more curious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She's so curious; she always asks questions and loves to explore new topics.
Είναι τόσο περίεργη· πάντα κάνει ερωτήσεις και της αρέσει να εξερευνά νέα θέματα.
Λεξικό Δέντρο
curiosity
curiously
curiousness
curious



























