crummy
cru
ˈkrə
κρα
mmy
mi
μι
/kɹˈʌmi/

Ορισμός και σημασία του "crummy"στα αγγλικά

01

κακής ποιότητας, άσχημος

having poor quality or being unpleasant in some way
Disapproving
Informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
crummiest
συγκριτικός βαθμός
crummier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The apartment had a crummy heating system, leaving tenants freezing during the winter months.
Το διαμέρισμα είχε ένα κακό σύστημα θέρμανσης, αφήνοντας τους ενοικιαστές να κρυώνουν κατά τους χειμερινούς μήνες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store