crosswise
cross
ˈkrɒs
κροσ
wise
waɪz
ουαιζ
crossways

Ορισμός και σημασία του "crosswise"στα αγγλικά

01

εγκάρσιος, σταυρωτός

positioned or arranged so as to cross something else 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
position, arrangement, construction
Παραδείγματα
The carpenter installed a crosswise beam to strengthen the frame. 

Ο ξυλουργός εγκατέστησε μια εγκάρσια δοκό για να ενισχύσει το πλαίσιο.

02

σταυροειδής, σε σχήμα σταυρού

in the shape of (a horizontal piece on) a cross 
01

εγκάρσια, κατά πλάγιο τρόπο

in a direction or manner that goes across something 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He cut the log crosswise to make smaller pieces for the fireplace. 

Έκοψε το κούτσουρο κατά πλάτος για να κάνει μικρότερα κομμάτια για το τζάκι.

02

εγκάρσια, με λάθος τρόπο

not in the intended manner 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store