Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to criticize
01
κριτικάρω, κατηγορώ
to point out the faults or weaknesses of someone or something
Transitive: to criticize sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
criticize
γ΄ ενικό πρόσωπο
criticizes
ενεστώτα μετοχή
criticizing
απλός αόριστος
criticized
παθητική μετοχή
criticized
Παραδείγματα
The teacher criticized the student's essay for its lack of organization and clarity.
Ο δάσκαλος κριτίκαρε την έκθεση του μαθητή για την έλλειψη οργάνωσης και σαφήνειας.
02
κριτικάρω
to judge something based on its positive or negative points
Transitive: to criticize a work or performance
Παραδείγματα
The teacher will criticize the students' essays based on grammar, structure, and clarity of ideas.
Ο δάσκαλος θα επικρίνει τα δοκίμια των μαθητών με βάση τη γραμματική, τη δομή και τη σαφήνεια των ιδεών.
Λεξικό Δέντρο
criticize
critic



























