Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to criticize
01
κριτικάρω, κατηγορώ
to point out the faults or weaknesses of someone or something
Transitive: to criticize sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
criticize
γ΄ ενικό πρόσωπο
criticizes
ενεστώτα μετοχή
criticizing
απλός αόριστος
criticized
παθητική μετοχή
criticized
Παραδείγματα
It 's unfair to criticize someone without understanding the challenges they face.
Είναι άδικο να κριτικάρεις κάποιον χωρίς να καταλαβαίνεις τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει.
02
κριτικάρω
to judge something based on its positive or negative points
Transitive: to criticize a work or performance
Παραδείγματα
The panel of judges will criticize each contestant's performance based on technical skill.
Το πάνελ των κριτών θα κριτικάρει την απόδοση κάθε διαγωνιζόμενου με βάση την τεχνική δεξιότητα.
Λεξικό Δέντρο
criticize
critic



























