credible
cre
ˈkrɛ
kre
dible
dɪbl
dibl
cruciblecreditable

Ορισμός και σημασία του "credible"στα αγγλικά

01

αξιόπιστος, πιστευτός

able to be believed or relied on 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most credible
συγκριτικός βαθμός
more credible
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
trust, evaluation, communication
Παραδείγματα
After all the evidence was presented, her alibi seemed more credible than before. 

Αφού παρουσιάστηκαν όλα τα στοιχεία, η άλλοθι της φαινόταν πιο αξιόπιστη από πριν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

credibility
credibleness
credibly
credible
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store