Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
creative
01
δημιουργικός, καινοτόμος
making use of imagination or innovation in bringing something into existence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most creative
συγκριτικός βαθμός
more creative
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
cognition, art, innovation
Παραδείγματα
I believe you are a creative photographer; you always find beauty in ordinary things.
Πιστεύω ότι είσαι ένας δημιουργικός φωτογράφος· βρίσκεις πάντα την ομορφιά στα κοινά πράγματα.
02
δημιουργικός, κατασκευαστικός
promoting construction or creation
Creative
01
δημιουργικός
someone whose job is to come up with new and imaginative ideas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
creatives
Παραδείγματα
The advertising agency hired a creative to develop engaging and innovative campaigns for their clients.
Ο διαφημιστικός οίκος προσέλαβε έναν δημιουργικό για να αναπτύξει ελκυστικές και καινοτόμες καμπάνιες για τους πελάτες του.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
creatively
creativeness
procreative
creative
create



























