Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
creative
01
δημιουργικός, καινοτόμος
making use of imagination or innovation in bringing something into existence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most creative
συγκριτικός βαθμός
more creative
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
My friend is very creative, she designed and sewed her own dress for the party.
Η φίλη μου είναι πολύ δημιουργική, σχεδίασε και έραψε το δικό της φόρεμα για το πάρτι.
02
δημιουργικός, κατασκευαστικός
promoting construction or creation
Creative
01
δημιουργικός
someone whose job is to come up with new and imaginative ideas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
creatives
Παραδείγματα
As a creative in the fashion industry, Maria is responsible for designing unique and stylish clothing.
Ως δημιουργικός στη βιομηχανία μόδας, η Μαρία είναι υπεύθυνη για το σχεδιασμό μοναδικών και κομψών ρούχων.
Λεξικό Δέντρο
creatively
creativeness
procreative
creative
create



























