Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Creativity
01
δημιουργικότητα
the ability to use imagination in order to bring something new into existence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
creativities
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
creativity
create



























