creativity
Pronunciation
/ˌkɹieɪˈtɪvəti/

Ορισμός και σημασία του "creativity"στα αγγλικά

01

δημιουργικότητα

the ability to use imagination in order to bring something new into existence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
creativities
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store