to crave
crave
kreɪv
kreiv
carvecratecrapecrane

Ορισμός και σημασία του "crave"στα αγγλικά

to crave
01

λαχταρώ, ποθώ

to strongly desire or seek something 
Transitive: to crave sth
to crave definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
crave
γ΄ ενικό πρόσωπο
craves
ενεστώτα μετοχή
craving
απλός αόριστος
craved
παθητική μετοχή
craved
Παραδείγματα
As the concert date approached, fans craved the chance to see their favorite band live. 

Καθώς πλησίαζε η ημερομηνία της συναυλίας, οι θαυμαστές λαχταρούσαν την ευκαιρία να δουν την αγαπημένη τους μπάντα ζωντανά.

02

ικετεύω, παρακαλώ

to strongly and sincerely request or beg for something 
Transitive: to crave a request
παλαιά χρήση
Παραδείγματα
He craved forgiveness from his friend after the argument. 

Επιθυμούσε** τη συγχώρεση από τον φίλο του μετά τη διαφωνία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

craved
craving
crave
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store