to counsel
coun
ˈkaʊn
kawn
sel
səl
sēl
cancelconsul

Ορισμός και σημασία του "counsel"στα αγγλικά

to counsel
01

συμβουλεύω, καθοδηγώ

to advise someone to take a course of action 
Transitive: to counsel sb | to counsel sb on sth
to counsel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
counsel
γ΄ ενικό πρόσωπο
counsels
ενεστώτα μετοχή
counseling
απλός αόριστος
counseled
παθητική μετοχή
counseled
Παραδείγματα
Legal professionals counsel clients on their rights and options during legal proceedings. 

Οι νομικοί επαγγελματίες συμβουλεύουν τους πελάτες σχετικά με τα δικαιώματα και τις επιλογές τους κατά τη διάρκεια των νομικών διαδικασιών.

01

δικηγόρος, νομικός σύμβουλος

a lawyer who represents and gives legal advice to someone in court 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
counsels
Παραδείγματα
The defendant's counsel argued strongly for his innocence. 

Ο σύμβουλος του κατηγορουμένου υποστήριξε με σθένος την αθωότητά του.

02

συμβουλή, καθοδήγηση

guidance or advice given with regard to prudent future action 
Παραδείγματα
She sought her mentor's counsel before accepting the job offer. 

Αναζήτησε τη συμβουλή του μέντορά της πριν αποδεχτεί την προσφορά εργασίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store