counseling
Pronunciation
/ˈkaʊnsəlɪŋ/
counselling

Ορισμός και σημασία του "counseling"στα αγγλικά

01

συμβουλευτική, θεραπεία

a process of providing guidance, support, and advice to someone facing personal, emotional, or psychological challenges
counseling definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
counselings
Παραδείγματα
He decided to attend counseling to manage anxiety and develop coping strategies for better mental health.
Αποφάσισε να παρακολουθήσει συμβουλευτική για να διαχειριστεί το άγχος και να αναπτύξει στρατηγικές αντιμετώπισης για καλύτερη ψυχική υγεία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store