Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Counseling
01
συμβουλευτική, θεραπεία
a process of providing guidance, support, and advice to someone facing personal, emotional, or psychological challenges
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
counselings
Παραδείγματα
She sought counseling to help her cope with the loss of a loved one and navigate through the grieving process.
Αναζήτησε συμβουλευτική για να τη βοηθήσει να αντιμετωπίσει την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου και να περάσει τη διαδικασία θρήνου.
Λεξικό Δέντρο
counseling
counsel



























