airhead
air
ˈeə
e
head
hɛd
hed

Ορισμός και σημασία του "airhead"στα αγγλικά

01

αεροκέφαλος, αφηρημένος

a person who is forgetful, absent-minded, or not very intelligent 
airhead definition and meaning
αργκό
Παραδείγματα
She's such an airhead, she forgot her backpack again. 

Είναι τόσο αεροκέφαλη, που ξέχασε πάλι το σακίδιό της.

02

αερομεταφερόμενο προγεφύρωμα, αερογέφυρα

a bridgehead seized by airborne troops 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
airheads
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store