airfare
Pronunciation
/ˈɛrˌfɛr/

Ορισμός και σημασία του "airfare"στα αγγλικά

01

το εισιτήριο αεροπλάνου, το κόστος πτήσης

the price of a flight
airfare definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She saved money by booking her airfare months in advance.
Εξοικονόμησε χρήματα κρατώντας το αεροπορικό εισιτήριό της μήνες πριν.

Λεξικό Δέντρο

airfare

air

+

fare

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store