airfield
air
ˈɛr
ερ
field
ˌfild
φιλντ
/ˈe‌əfiːld/

Ορισμός και σημασία του "airfield"στα αγγλικά

01

αεροδρόμιο, αερολιμένας

a level area in which military or private aircraft can take off and land
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
airfields
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store