aircrew
air
ɛr
er
crew
kru:
kroo
/ˈe‌əkɹuː/

Ορισμός και σημασία του "aircrew"στα αγγλικά

01

πλήρωμα αεροσκάφους, προσωπικό πτήσης

the group of people who operate and manage an aircraft
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aircrews
Παραδείγματα
The aircrew received praise for their quick response to the technical problem.
Το πλήρωμα έλαβε επαίνους για την ταχεία αντίδρασή του στο τεχνικό πρόβλημα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store