Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Airfield
01
αεροδρόμιο, αερολιμένας
a level area in which military or private aircraft can take off and land
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
airfields
LanGeek



























