Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contumacious
01
ανυπότακτος, απείθαρχος
openly defiant of rules, orders, or control
Παραδείγματα
The soldier 's contumacious behavior led to disciplinary action.
Η ανυπότακτη συμπεριφορά του στρατιώτη οδήγησε σε πειθαρχική δράση.
Λεξικό Δέντρο
contumaciously
contumacious
contumacy



























