contrite
Pronunciation
/kənˈtɹaɪt/

Ορισμός και σημασία του "contrite"στα αγγλικά

01

μετανιωμένος, συνεσταλμένος

expressing or experiencing deep regret or guilt because of a wrong act that one has committed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most contrite
συγκριτικός βαθμός
more contrite
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The defendant ’s contrite statement was aimed at gaining leniency from the judge.
Η μετανιωμένη δήλωση του κατηγορούμενου είχε ως στόχο να κερδίσει την επιείκεια του δικαστή.

Λεξικό Δέντρο

contritely
contriteness
contrite
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store