contrite
cont
ˈkənt
kēnt
rite
raɪt
rait
contribute

Ορισμός και σημασία του "contrite"στα αγγλικά

01

μετανιωμένος, συνεσταλμένος

expressing or experiencing deep regret or guilt because of a wrong act that one has committed 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most contrite
συγκριτικός βαθμός
more contrite
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She wrote a contrite letter to apologize for her mistakes. 

Έγραψε μια μετανιωμένη επιστολή για να ζητήσει συγγνώμη για τα λάθη της.

Λεξικό Δέντρο

contritely
contriteness
contrite
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store