contrived
cont
ˈkənt
kēnt
rived
raɪvd
raivd
underivedunreviveddeprivedderived

Ορισμός και σημασία του "contrived"στα αγγλικά

01

τεχνητός, επιτηδευμένος

deliberately created or arranged in a way that seems artificial or forced 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most contrived
συγκριτικός βαθμός
more contrived
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The film's ending felt contrived, as if added only to please the audience. 

Το τέλος της ταινίας φαινότανεπιτηδευμένο, σαν να προστέθηκε μόνο για να ευχαριστήσει το κοινό.

02

επιβεβλημένος, τεχνητός

unnaturally stiff, elaborate, or lacking in spontaneity 
Παραδείγματα
The speech had a contrived elegance that failed to engage the crowd. 

Η ομιλία είχε μια επιτηδευμένη κομψότητα που απέτυχε να εμπλέξει το πλήθος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store