Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Contravention
01
παράβαση, παρανομία
refusal to conform with a law or rule
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
contraventions
LanGeek



























