continuance
con
kən
kēn
ti
ˈtɪ
ti
nuance
njuəns
nyooēns
contingencecontinence

Ορισμός και σημασία του "continuance"στα αγγλικά

01

συνέχιση, παράταση

the act of prolonging or extending the duration of something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
continuances
Παραδείγματα
The judge granted a continuance in the trial to allow the defense more time to prepare their case. 

Ο δικαστής χορήγησε μια παράταση στη δίκη για να επιτρέψει στην υπεράσπιση περισσότερο χρόνο να προετοιμάσει την υπόθεσή της.

02

συνέχεια, διαρκή ύπαρξη

the property of enduring or continuing in time 
03

διάρκεια, περίοδος συνέχισης

the period of time during which something continues 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store