contentment
Pronunciation
/kənˈtɛntmənt/

Ορισμός και σημασία του "contentment"στα αγγλικά

01

ευχαρίστηση, ικανοποίηση

happiness and satisfaction, particularly with one's life
contentment definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Contentment is n't about having everything, but being happy with what you have.
Η ικανοποίηση δεν σημαίνει να έχεις τα πάντα, αλλά να είσαι ευτυχισμένος με ό,τι έχεις.

Λεξικό Δέντρο

discontentment
contentment
content
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store