contentment
con
kən
kēn
tent
ˈtɛnt
tent
ment
mənt
mēnt
presentment

Ορισμός και σημασία του "contentment"στα αγγλικά

01

ευχαρίστηση, ικανοποίηση

happiness and satisfaction, particularly with one's life 
contentment definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She felt a deep sense of contentment after completing the project. 

Ένιωσε μια βαθιά αίσθηση ικανοποίησης μετά την ολοκλήρωση του έργου.

Λεξικό Δέντρο

discontentment
contentment
content
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store