Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contented
01
ικανοποιημένος, ευτυχισμένος
experiencing a sense of happiness, peace, or satisfaction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most contented
συγκριτικός βαθμός
more contented
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Sitting by the fireplace with a good book, she felt contented and peaceful.
Καθισμένη δίπλα στο τζάκι με ένα καλό βιβλίο, αισθανόταν ικανοποιημένη και ήρεμη.
Λεξικό Δέντρο
contentedly
contentedness
discontented
contented
content



























