Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to contend
01
ανταγωνίζομαι, πολεμώ
to compete actively or fight against others for a goal or victory
Intransitive: to contend for a prize
Παραδείγματα
Teams from all over the country will contend for the championship title this weekend.
Οι ομάδες από όλη τη χώρα θα ανταγωνιστούν για τον τίτλο του πρωταθλητή αυτό το Σαββατοκύριακο.
02
ανταγωνίζομαι, πολεμώ
to engage in a struggle, conflict, or battle
Intransitive: to contend
Παραδείγματα
The two boxers will contend in the championship match, vying for the title with determination and skill.
Οι δύο πυγμάχοι θα ανταγωνιστούν στον αγώνα πρωταθλήματος, αγωνιζόμενοι για τον τίτλο με αποφασιστικότητα και δεξιότητα.
03
υποστηρίζω, διεκδικώ
to argue the truth of something
Transitive: to contend that
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
contend
γ΄ ενικό πρόσωπο
contends
ενεστώτα μετοχή
contending
απλός αόριστος
contended
παθητική μετοχή
contended
Παραδείγματα
The lawyer contended that her client was innocent based on new evidence presented in court.
Ο δικηγόρος υποστήριξε ότι ο πελάτης της ήταν αθώος με βάση νέα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο.
04
διαφωνώ, συζητώ
to engage in a debate or argument by presenting opposing views
Intransitive
Παραδείγματα
The panelists contended fiercely over the topic of climate change.
Οι συμμετέχοντες στον πίνακα διαφωνούσαν έντονα για το θέμα της κλιματικής αλλαγής.
05
διαφωνώ, παλεύω
to argue or dispute about something
Transitive: to contend sth
Παραδείγματα
The two neighbors contended the property boundary in court.
Οι δύο γείτονες διαφώνησαν για το όριο της ιδιοκτησίας στο δικαστήριο.
Λεξικό Δέντρο
contender
contend



























