Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to consist
01
αποτελούμαι, συνίσταμαι
to be constructed from or made up of certain things or people
Intransitive: to consist of sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
consist
γ΄ ενικό πρόσωπο
consists
ενεστώτα μετοχή
consisting
απλός αόριστος
consisted
παθητική μετοχή
consisted
Παραδείγματα
The apartment building consists of ten floors, each with multiple units.
Το κτίριο διαμερισμάτων αποτελείται από δέκα ορόφους, κάθε ένας με πολλές μονάδες.
02
συμφωνώ, ταιριάζω
to align or agree with something in a consistent manner
Intransitive: to consist with sth
Παραδείγματα
The solution must consist with the requirements of the client.
Η λύση πρέπει να ταιριάζει με τις απαιτήσεις του πελάτη.
03
συνίσταται, απαρτίζεται
to exist or be found in a particular place or state
Intransitive: to consist in an element or quality
Παραδείγματα
The secret to success often consists in perseverance and adaptability.
Το μυστικό της επιτυχίας συχνά βρίσκεται στην επιμονή και την προσαρμοστικότητα.
Λεξικό Δέντρο
consistence
consistent
consist



























