Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
consequential
01
συνέπεια, προκύπτων
resulting from a particular event or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most consequential
συγκριτικός βαθμός
more consequential
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The court's ruling was highly consequential, setting a precedent for future cases.
Η απόφαση του δικαστηρίου ήταν πολύ σημαντική, θέτοντας ένα προηγούμενο για μελλοντικές υποθέσεις.
Λεξικό Δέντρο
consequentially
inconsequential
consequential
consequent
consequ



























