Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
consequential
01
συνέπεια, προκύπτων
resulting from a particular event or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most consequential
συγκριτικός βαθμός
more consequential
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The election results were consequential, leading to major policy shifts in the government.
Τα αποτελέσματα των εκλογών ήταν συνέπειες, οδηγώντας σε μεγάλες αλλαγές στην πολιτική της κυβέρνησης.
Λεξικό Δέντρο
consequentially
inconsequential
consequential
consequent
consequ



























