consequent
Pronunciation
/ˈkɑnsəkwənt/

Ορισμός και σημασία του "consequent"στα αγγλικά

consequent
01

επόμενος, αποτέλεσμα

occurring as a result of something particular
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The car accident and the consequent traffic jam delayed everyone on the highway for hours.
Το αυτοκινητιστικό δυστύχημα και η επακόλουθη κίνηση καθυστέρησαν όλους στην εθνική οδό για ώρες.

Λεξικό Δέντρο

consequential
consequently
inconsequent
consequent
consequ
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store