consequent
con
ˈkɒn
kon
seq
sɪk
sik
uent
wənt
vēnt

Ορισμός και σημασία του "consequent"στα αγγλικά

consequent
01

επόμενος, αποτέλεσμα

occurring as a result of something particular 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
causality, logic, events
Παραδείγματα
The heavy rainfall and consequent flooding caused severe damage to the town. 

Οι ισχυρές βροχοπτώσεις και οι επακόλουθες πλημμύρες προκάλεσαν σοβαρές ζημιές στην πόλη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

consequential
consequently
inconsequent
consequent
consequ
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store