Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
consequent
01
επόμενος, αποτέλεσμα
occurring as a result of something particular
Παραδείγματα
The car accident and the consequent traffic jam delayed everyone on the highway for hours.
Το αυτοκινητιστικό δυστύχημα και η επακόλουθη κίνηση καθυστέρησαν όλους στην εθνική οδό για ώρες.
Λεξικό Δέντρο
consequential
consequently
inconsequent
consequent
consequ



























