consent
con
kən
καν
sent
ˈsɛnt
σεντ
contentconvent

Ορισμός και σημασία του "consent"στα αγγλικά

01

συγκατάθεση, έγκριση

permission or approval given for something to happen or be done 
consent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The doctor explained the procedure in detail before asking for the patient's consent. 

Ο γιατρός εξήγησε τη διαδικασία λεπτομερώς πριν ζητήσει τη συγκατάθεση του ασθενούς.

to consent
01

συναινούν, δίνουν άδεια

to give someone permission to do something or to agree to do it 
Intransitive: to consent to an action or request
to consent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
consent
γ΄ ενικό πρόσωπο
consents
ενεστώτα μετοχή
consenting
απλός αόριστος
consented
παθητική μετοχή
consented
Παραδείγματα
Patients need to consent to a surgery or medical procedure before it can be performed. 

Οι ασθενείς πρέπει να συναινέσουν σε μια επέμβαση ή ιατρική διαδικασία πριν από την εκτέλεσή της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store