Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Consent
01
συγκατάθεση, έγκριση
permission or approval given for something to happen or be done
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The doctor explained the procedure in detail before asking for the patient's consent.
Ο γιατρός εξήγησε τη διαδικασία λεπτομερώς πριν ζητήσει τη συγκατάθεση του ασθενούς.
to consent
01
συναινούν, δίνουν άδεια
to give someone permission to do something or to agree to do it
Intransitive: to consent to an action or request
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
consent
γ΄ ενικό πρόσωπο
consents
ενεστώτα μετοχή
consenting
απλός αόριστος
consented
παθητική μετοχή
consented
Παραδείγματα
Patients need to consent to a surgery or medical procedure before it can be performed.
Οι ασθενείς πρέπει να συναινέσουν σε μια επέμβαση ή ιατρική διαδικασία πριν από την εκτέλεσή της.



























