go-ahead
go
gəʊ
gew
a
ə
ē
head
hɛd
hed
infraredunderfeddispreadinterbred

Ορισμός και σημασία του "go-ahead"στα αγγλικά

01

πράσινο φως, έγκριση

readiness to embark on bold new ventures 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
go-aheads
02

πράσινο φως, έγκριση

authorization or approval to proceed with a proposed plan or action 
Παραδείγματα
The team eagerly awaited the go-ahead to start the development of the new software. 

Η ομάδα περίμενε με ανυπομονησία το πράσινο φως για να ξεκινήσει την ανάπτυξη του νέου λογισμικού.

01

ενεργητικός, ανοικτός σε νέες ιδέες

full of energy and open to new ideas 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most go-ahead
συγκριτικός βαθμός
more go-ahead
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store