go-ahead
go
goʊ
γκου
a
ə
α
head
hɛd
χεντ
/ɡˌəʊɐhˈɛd/

Ορισμός και σημασία του "go-ahead"στα αγγλικά

01

πράσινο φως, έγκριση

readiness to embark on bold new ventures
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

πράσινο φως, έγκριση

authorization or approval to proceed with a proposed plan or action
Παραδείγματα
She felt a sense of relief when she got the go-ahead to organize the event as planned.
Ένιωσε ανακούφιση όταν πήρε το πράσινο φως να οργανώσει την εκδήλωση όπως είχε προγραμματιστεί.
01

ενεργητικός, ανοικτός σε νέες ιδέες

full of energy and open to new ideas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most go-ahead
συγκριτικός βαθμός
more go-ahead
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store