Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to conjoin
01
ενώνω, συνδέω
to come or be combined together
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
conjoin
γ΄ ενικό πρόσωπο
conjoins
ενεστώτα μετοχή
conjoining
απλός αόριστος
conjoined
παθητική μετοχή
conjoined
Παραδείγματα
The two countries conjoined to form a new alliance that would promote peace and cooperation in the region.
Οι δύο χώρες ενώθηκαν για να σχηματίσουν μια νέα συμμαχία που θα προωθούσε την ειρήνη και τη συνεργασία στην περιοχή.
02
ενώνω, παντρεύω
to join in marriage
Παραδείγματα
The couple were conjoined in holy matrimony on a beautiful spring day.
Το ζευγάρι ενώθηκε σε ιερό γάμο μια όμορφη ανοιξιάτικη μέρα.
Λεξικό Δέντρο
conjoined
conjoint
conjoin



























