Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to conjoin
01
ενώνω, συνδέω
to come or be combined together
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
conjoin
γ΄ ενικό πρόσωπο
conjoins
ενεστώτα μετοχή
conjoining
απλός αόριστος
conjoined
παθητική μετοχή
conjoined
Παραδείγματα
The rivers conjoined to form a larger body of water that would provide a vital source of transportation and irrigation for the region.
Οι ποταμοί ενώθηκαν για να σχηματίσουν ένα μεγαλύτερο υδάτινο σώμα που θα παρείχε μια ζωτική πηγή μεταφοράς και άρδευσης για την περιοχή.
02
ενώνω, παντρεύω
to join in marriage
Παραδείγματα
The prince and princess were conjoined in marriage in a lavish ceremony.
Ο πρίγκιπας και η πριγκίπισσα ενώθηκαν σε γάμο με μια πολυτελή τελετή.
Λεξικό Δέντρο
conjoined
conjoint
conjoin



























