to conjoin
con
kən
kēn
join
ˈʤɔɪn
joyn
purloindisjoinrejoinenjoin

Ορισμός και σημασία του "conjoin"στα αγγλικά

to conjoin
01

ενώνω, συνδέω

to come or be combined together 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
conjoin
γ΄ ενικό πρόσωπο
conjoins
ενεστώτα μετοχή
conjoining
απλός αόριστος
conjoined
παθητική μετοχή
conjoined
Παραδείγματα
The two countries conjoined to form a new alliance that would promote peace and cooperation in the region. 

Οι δύο χώρες ενώθηκαν για να σχηματίσουν μια νέα συμμαχία που θα προωθούσε την ειρήνη και τη συνεργασία στην περιοχή.

02

ενώνω, παντρεύω

to join in marriage 
Παραδείγματα
The couple were conjoined in holy matrimony on a beautiful spring day. 

Το ζευγάρι ενώθηκε σε ιερό γάμο μια όμορφη ανοιξιάτικη μέρα.

Λεξικό Δέντρο

conjoined
conjoint
conjoin
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store