Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Congregation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
congregations
Παραδείγματα
The congregation gathered every Sunday for worship and fellowship.
Η συγκέντρωση συναθροιζόταν κάθε Κυριακή για λατρεία και κοινωνία.
02
συνάθροιση, ομάδα
a group of people, animals, birds, or objects
Παραδείγματα
The congregation will assemble outside the building for the protest tomorrow.
Η συγκέντρωση θα συναντηθεί έξω από το κτίριο για τη διαδήλωση αύριο.
03
συνάθροιση, σύναξη
the act of coming together or assembling
Παραδείγματα
The congregation of villagers occurred at the town square.
Η συγκέντρωση των χωρικών έγινε στην πλατεία της πόλης.
Λεξικό Δέντρο
congregational
congregation
congregate



























