Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
confidentially
01
εμπιστευτικά, με τρόπο που διατηρεί την εμπιστοσύνη
in a manner that maintains trust and protect sensitive details
Παραδείγματα
The lawyer advised the client confidentially on legal matters.
Ο δικηγόρος συμβούλευε τον πελάτη εμπιστευτικά για νομικά θέματα.
Λεξικό Δέντρο
confidentially
confidential
confident



























