Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
confidentially
01
εμπιστευτικά, με τρόπο που διατηρεί την εμπιστοσύνη
in a manner that maintains trust and protect sensitive details
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The counselor spoke confidentially with the student to address personal concerns.
Ο σύμβουλος μίλησε εμπιστευτικά με τον μαθητή για να αντιμετωπίσει προσωπικές ανησυχίες.
Λεξικό Δέντρο
confidentially
confidential
confident



























