Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
confident
01
με αυτοπεποίθηση, σίγουρος
having a strong belief in one's abilities or qualities
Παραδείγματα
The teacher was confident about her students' progress.
Ο δάσκαλος ήταν βέβαιος για την πρόοδο των μαθητών του.
02
με αυτοπεποίθηση, αξιόπιστος
not liable to error in judgment or action
Λεξικό Δέντρο
confidently
overconfident
confident
confide



























