to conduce
con
kən
kēn
duce
ˈdju:s
dyoos

Ορισμός και σημασία του "conduce"στα αγγλικά

to conduce
01

συνεισφέρω, οδηγώ σε

to contribute to a particular result or outcome 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
conduce
γ΄ ενικό πρόσωπο
conduces
ενεστώτα μετοχή
conducing
απλός αόριστος
conduced
παθητική μετοχή
conduced
Παραδείγματα
Regular exercise conduce to better physical health and overall well-being. 

Η τακτική άσκηση συμβάλλει σε καλύτερη σωματική υγεία και γενική ευεξία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

conducive
conduct
conduce
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store