Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to conduce
01
συνεισφέρω, οδηγώ σε
to contribute to a particular result or outcome
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
conduce
γ΄ ενικό πρόσωπο
conduces
ενεστώτα μετοχή
conducing
απλός αόριστος
conduced
παθητική μετοχή
conduced
Παραδείγματα
Regular exercise conduce to better physical health and overall well-being.
Η τακτική άσκηση συμβάλλει σε καλύτερη σωματική υγεία και γενική ευεξία.
Λεξικό Δέντρο
conducive
conduct
conduce



























