Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to conduce
01
συνεισφέρω, οδηγώ σε
to contribute to a particular result or outcome
Παραδείγματα
His actions had conduced to the deterioration of trust among team members before the issue was addressed.
Οι ενέργειές του είχαν συνεισφέρει στην επιδείνωση της εμπιστοσύνης μεταξύ των μελών της ομάδας πριν αντιμετωπιστεί το ζήτημα.
Λεξικό Δέντρο
conducive
conduct
conduce



























