to conduce
Pronunciation
/kəndˈuːs/

Ορισμός και σημασία του "conduce"στα αγγλικά

to conduce
01

συνεισφέρω, οδηγώ σε

to contribute to a particular result or outcome
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
conduce
γ΄ ενικό πρόσωπο
conduces
ενεστώτα μετοχή
conducing
απλός αόριστος
conduced
παθητική μετοχή
conduced
Παραδείγματα
His actions had conduced to the deterioration of trust among team members before the issue was addressed.
Οι ενέργειές του είχαν συνεισφέρει στην επιδείνωση της εμπιστοσύνης μεταξύ των μελών της ομάδας πριν αντιμετωπιστεί το ζήτημα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store