Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Compunction
01
τύψεις, μετάνοια
a feeling of guilt that follows the doing of something wrong
Παραδείγματα
Her compunction made her apologize immediately.
Οι τύψεις της την έκαναν να ζητήσει συγγνώμη αμέσως.



























